Πέμπτη 23 Νοεμβρίου 2017

Βροχής σταγόνες


Κοίτα πάλι πως μας αλλοιώνουν.
Πως κρεμάνε τα κομμάτια μας στα μανταλάκια της μπουγάδας τους.
Μας πνίγουν και μας εξοντώνουν με χίλιους δύο τρόπους καθημερινά.
Άδεια μπουκάλια είμαστε που μας οδηγούν στην ανακύκλωση της μίζερης καθημερινότητας τους.
Μα κάπου εκεί, μέσα στο φως και κάτω από το σκοτάδι, εμφανίζονται ξαφνικά διάσπαρτα αστέρια.
Τότε είναι που πια μας φοβούνται.
Και αρχίζουν να μας εξοντώνουν αφήνοντας μας να αναπνέουμε τον αέρα της σαπίλας τους.
Ο κόσμος τους βρίσκεται σε σήψη.
Και εμείς, νεκραναστημένοι Λάζαροι, βρισκόμαστε ξανά και ξανά εμπρός τους.
Δε θα τους περάσει γι ακόμη μια φορά.
Όχι τώρα, όχι ποτέ.
Πάντα θα είμαστε εδώ, σταγόνες της βροχής που αφήνουν πίσω τους τα σύννεφα πριν συνεχίσουν το ταξίδι τους γι' άλλους κόσμους.
Και πάντα θα συνεχίζουμε να ποτίζουμε το βρωμισμένο χώμα τους, ξεπλένοντας το από τα έργα τους.
Μέχρι από σταγόνες, να γίνουμε σπίθες που θα ανάψουν τη φωτιά που θα κάψει τ' απομεινάρια τους.
Στο ρου της ιστορίας, λίγα μονάχα λεπτά έχουν απομείνει.
Λίγα μα κυλούν αργά.
Κι όμως ο καιρός περνάει,
κι όμως ο χρόνος τους τελειώνει.

Τετάρτη 8 Νοεμβρίου 2017

Άδειασμα


Είναι μεγάλη η ιστορία μες τα βλέμματα
που ξέρουν την αλήθεια, γνωρίζουν  και τα ψέμματα
και μην ψάχνεις πάλι άκρη για να βρεις
σ'αλλοτινούς καιρούς ο όρκος ήταν βαρύς

Ήταν ο όρκος κι ο λόγος της τιμής
αυτό που μάθαμε από παιδιά εμείς
στις γειτονιές που άγρια όλοι ζούσαν
όμως μάτια καθαρά είχαν όποτε κοιτούσαν

Τώρα πια τριγύρω μου βλέπω χαμηλωμένα
βλέμματα απ' τα ψέμματα παντού να 'ναι κρυμμένα
και πάλι γελάω με τον καιρό τους
με τη ντροπή που χάραξαν μόνοι στο κούτελο τους

Μην ψάχνεις άκρη σου λέω για να βρεις
αφού στ' αλήθεια ξέρω πως δε το μπορείς
που να καταλάβεις αν δε τα 'χεις ζήσει;
και η ντροπή στα μάτια σου δε λέει πια να σβήσει

Μα όσο κι αν το σώμα σου άλλοι το αγγίζουν
ξέρεις -στ' αλήθεια ξέρεις- τι θέλει η ψυχή σου
περίεργα, παράξενα, που σκιάχτηκες ν' ανταμώσεις
μα διάλεξες ξανά εσένα να προδώσεις

Ήταν το χάος βαρύ για να τ' αντέξεις
και έπρεπε στα σίγουρα κάτι να επιλέξεις
μα γνώρισα καλά την αλήθεια και το ψέμα σου
κι όσα δεν είπες λόγια, μου τα 'πε αυτό το βλέμμα σου

Μ'αρκετά ασχολήθηκα γι ακόμα μια φορά
αναλώθηκα κρυμμένος στα μικρά
μικρή φωνή που είμαι του μικρόκοσμου
και στη φλόγα της ψυχής σου, εικόνα του απόκοσμου

Κι αν τώρα σιγουρεύτηκα πως καίγεται η ψυχή σου
κι αν βόλεψες τα μάτια σου κι αυτά μες τη βολή σου
όλα όσα έγραψα δίκαια με χρεώνουν
μα είναι βράδια σκοτεινά που ακόμα σε στοιχειώνουν

Ξέρω πως δεν είμαι 'γω ο φταίχτης και ο θύτης
μα ούτε θύμα άβουλο και θανατοποινήτης
και ξέρω πως με ουσίες γεμίζω το κενό μου
μιλώ στ' αλήθεια όμως για τον εαυτό μου;

Βαθιά μέσα στα μάτια σου κρύβεται η ντροπή σου
που πήγε τώρα πια εκείνη η ευχή σου;
εκείνη που την έκανες μικρό παιδί σαν ήσουν
που πάντοτε ζητούσες για να σε αγαπήσουν

Κι εγώ που μάσκα ποτέ μου δεν εφόρεσα
ακόμα απορώ με μένα, πώς το μπόρεσα
ξένος εγώ να τριγυρνώ μέσα σε κόσμο ξένο
με μυστικό στο βλέμμα μου κάτι ανταριασμένο

Μα όταν μάτια βλέπω τριγύρω μου κλαμμένα
όλα τους τα συγχωρώ γιατί θυμάμαι εμένα
τότε που με τις σκιές μου πάλεψα
κι ακόμα απορώ πως τότε εγώ δε λάθεψα

Μα ποιος να καταλάβει αν δεν τα έχει ζήσει;
Όλα όσα πέρασα ποιος θα τα ορίσει;
Όσα και αν πέρασα δε θ' άντεχε κανείς τους
γι αυτό γέλιο μου φέρνει η δήθεν ηθική τους

Πράγματα γνωστά σε μένα και σε οικείους
σε γειτονιές που ο θάνατος μας ήθελε ανδρείους
και τώρα ήρθαν να μου πουν πως πρέπει να φοβάμαι
εγώ που το χάος κοίταξα και τώρα πάλι να 'μαι

Να 'μαι εδώ πιο δυνατός με όπλο μου την πένα
κι ένα μολύβι φτάνει πια για να αφήνω εμένα
γι αυτό αστεία μοιάζουν τα δήθεν κάλπικα τους
μα είναι σημείο των καιρών, σημάδι της γενιάς τους

Πολλές οι χαρακιές που βγάζουν στην ψυχή μου
αλήτικα παλέματα στο νου και στο κορμί μου
είναι μεγάλες οι πληγές κι ακόμα με ματώνουν
και κάτι βράδια σκοτεινά που ακόμα με στοιχειώνουν

Ξέρω δε φταιν' οι άλλοι, φταίω μονάχα εγώ
μα δε θέλω ν'αλλάξω κι ας είν' αυτό πικρό
γι αυτό στ' αλήθεια τι να μου πούνε
τι μπορούν να κάνουν τι άλλο θα μου βρούνε;

Ξέρουν πως είναι το να τρέμεις κάποιες νύχτες;
Όχι απ'το κρύο, μα απ'της αβύσσου τις τρύπες
μα που να καταλάβουν, ποτέ τους δεν μπορούν
μονάχα μάτια που τα πέρασαν μαζί μου και κοιτούν

Κι αν κάποιες φορές έχω αμφιβολία
θυμάμαι πάντοτε ξανά κάθε μας δυσκολία
τότε που σκότωνα μόνος τον εαυτό μου
μα είχα κι έχω πάντοτε εσένα στο πλευρό μου

Διάφορες ουσίες τρέχουν μες το αίμα μου
χημείες και συνθέσεις κρύβουνε το ψέμα μου
γελάω με τα χάλια τους και την ψευτομαγκιά τους
μονάχα μια μέρα μου, η ατιμωρησιά τους

Μονάχα μία λέω, δε θ' άντεχαν λεπτό
τη φρίκη όταν συναντάς γίνεται κάτι απτό
κάτι το τρομακτικό που δε μπορείς να ορίσεις
γι' αυτό αντί να φεύγεις κάτσε να πολεμήσεις

Κι αν οι ουσίες που λεγα με βοηθούν να ζήσω
της άβυσσου το χάος για λίγο να το σβήσω
ποτέ μου δεν ξεχνάω τα όσα επεράσαν
κάναν τον κύκλο τους κι αυτά κι ύστερα προσπεράσαν

Κι έτσι τώρα πάλι εδώ με όσα έχω ζήσει
μονάχος μου στο άπειρο, στην πλάση και στη ζήση
είναι περίεργοι οι καιροί και πυρωκαμωμένοι
μα η αλήθεια μέσα μου το μόνο που μου μένει

Μια αλήθεια σιωπηλή που ελάχιστοι γνωρίζουν
ελάχιστοι απ' τους πολλούς που τελικά αξίζουν
κι ένα αστέρι φωτεινό στα βάθη μου κρυμμένο
να γαληνεύει μέσα μου το κάθε τι σπασμένο

Κι αν τούτο το άδειασμα μου μοιάζει πως τελειώνει
ξέρω πως θα ρθει κι άλλο, αυτό είναι που με σώνει
γι αυτό και συνεχίζω το δρόμο το δικό μου
μοναχικό και σπάνιο που βγάζει στο εγώ μου

Μέχρι να με ορίσω και να με καταφέρω
μέχρι να μπορέσω να με ξαναφέρω
μέχρι να μ' οδηγήσω ξανά στον εαυτό μου
στου ονείρου την εκδίκηση
που είναι το γραφτό μου

Τετάρτη 1 Νοεμβρίου 2017

Παράξενα τ' αλλότρια


Σκέψεις μπερδεμένες ορίζουν το μυαλό σου
δεν ξέρεις πια τι θες, ψάχνεις τον εαυτό σου
ποτέ δεν παραδέχεσαι όσα στα μάτια βλέπεις
κι ανείπωτα αισθήματα μες την ψυχή σου τρέφεις

Φοβάσαι να παραδεχθείς το χάος του μυαλού σου
κρυμμένα βρισκοντ' όλα στο βάθος του εαυτού σου
κι αν όσα θέλεις ξαφνικά σου μοιάζουν πως σε πνίγουν
όνειρα αληθινά τον εαυτό σου κρύβουν

Ό,τι αλήθεια θέλησες πρέπει να φωνάξεις
μέσα στα μάτια σου βαθιά τα θέλω σου να ψάξεις
κι όσα ονειρεύεσαι και παύουν να υπάρχουν
ζωής θελήματα γνωστά μέσα σου ανάβουν

Τώρα δεν ξέρεις, δε ρωτάς, τι θέλει η ζωή σου
ποιο είναι το παράλογο που καίει την ψυχή σου
σκέψεις χαμένες και κρυφές ψάχνεις να τις  ορίσεις
κι αισθήματα που αποζητάς για να καλοσωρίσεις

Μα ειν' το χάος των ματιών συμμέτοχο στη θλίψη
κι είναι και ένα παιδί που τόσο σου 'χει λείψει
είσαι εσύ και μέσα σου ορίζεται ο πόθος
κρυμμένα συναισθήματα τ' ονείρου σου ο τόπος

Μα θα 'ρθει η μέρα η σιωπηλή που όλα θα τ΄ αλλάξεις
όταν και θα παραδεχθείς όσα δε φωνάζεις
μες της ψυχής το άπειρο χαμένα συναισθήματα
έρχονται τώρα εδώ μπροστά και γίνονται ποιήματα

Ποιήματα όπως αυτό, κρυφά μετανοιωμένα
και δύο δάκρυα ορφανά στα χείλη ειν΄ σβησμένα
το φίλησα το δάκρυ σου, το χάος των ματιών σου
τις αυλακιές που χάραξε στο πλάι των χειλιών σου

Κι όταν όλα πέρασαν και έσβησε η μέρα
μες του καιρού τα πείσματα γυρίσαμε 'κει πέρα
με δυο ματιές ειπώθηκαν τα μισοσβησμένα
και ποιον στ' αλήθεια έψαχνα;
Εσένα ή εμένα;