Δευτέρα, 19 Φεβρουαρίου 2018

Των παραμυθιών το τέλος


Σε τι να πιστέψω, που ν'ακουμπήσω να σταθώ
αφού όλα τριγύρω είναι γεμάτα φωτιά
που να μπορέσω να τρυπώσω να χωθώ
όταν ειπώθηκαν όλα μέσα σε μια ματιά

Κύκλους κάνει η ζωή μου
κι εκεί μέσα τριγυρνώ
μα είναι βράδια που η κόλαση μου
ξετυλίγει κάθε τι κρυφό

Που να γυρίσω, που να κοιτάξω
ποιο θαύμα ψάχνω για να σωθώ;
Όσα κι αν φτιάξω, όσα κι αν ψάξω
το χρόνο ν' αντιστρέψω θα ποθώ

Κι έτσι πιστός θα παραμένω
με τα μάτια κλειστά στις θύμησες των θαλασσών
δεν έχω τίποτα πια να προσμένω
αφού γνωρίζω τ' άδοξο τέλος των παραμυθιών

Πέμπτη, 1 Φεβρουαρίου 2018

Η σιωπή των άστρων


Είναι μια στιγμή που ο χρόνος σταματάει.
Είναι λίγα δευτερόλεπτα.
Τότε
πνιχτές ακούγονται οι ανάσες μας για λίγο.
Τότε
τα πάντα γύρω χάνονται.
Τότε
ο χώρος τριγύρω παύει να υπάρχει.
Τίποτα δεν ακούγεται.
Απόλυτη σιγή.
Σιωπή.
Ξαφνικά το φτερούγισμα των άστρων πέφτει ανάμεσα μας.
Η μόνη μουσική που είναι επιτρεπτή.
Το φεγγάρι ολόγιομο πάνω από τα κεφάλια μας.
Η μόνη μας εικόνα.
Και έτσι απομένουν λίγα ακόμα λεπτά
που μοιάζουν με αιώνα.
Λίγα λεπτά που χάνεται ο χρόνος.
Και η σιωπή αυτή
-η τόσο δική μας-
εκμηδενίζει όλες τις αντιστάσεις
και όλες τις αποστάσεις.
Χρυσογάλανα τ' αστέρια κολυμπούν σε άγνωστους βυθούς
Αστέρια που γεννήθηκαν
για να ντύσουν τη σιωπή μας.
Ακόμα στάζουν αίμα οι πληγές.
Μη με αγγίξεις.
Δεν αρμόζει στα όνειρα να λερώνονται με αίμα.
Άσε με εδώ
στην ελευθερία της σιωπής
να φαντάζομαι
πως ό,τι έγινε ποτέ δεν υπήρξε
να ξαναγίνω όνειρο
να ξαναγίνω αστέρι
και να φυλάω μέσα μου
της θάλασσας τον ήχο το στερνό
μετρώντας σα μικρό παιδί
από το ένα εως το δέκα.
Ξανά και ξανά.
Άσε με εδώ,
να ακούω τη σιωπή
που έγινε πια
η μόνη αγκαλιά μου.

Πέμπτη, 25 Ιανουαρίου 2018

Το χαρτί


Οι άνθρωποι είναι κακοί. Οι άνθρωποι σε πληγώνουν. Οι άνθρωποι σε σκοτώνουν.

Κάπως έτσι αρχίζει η ιστορία μου. Ήταν κοντά στο σούρουπο, όταν άκουσα τις πρώτες φωνές. Συζητούσαν πώς θα με κόψουν, πώς θα χτίσουν στα θεμέλια μου αφού με ξεριζώσουν. Στην αρχή τρόμαξα. Μετά κατάλαβα πως δεν μπορούσα να κάνω τίποτα και απλά αποδέχτηκα τη μοίρα μου.

Την επόμενη μέρα μια απαλή, μελαγχολική βροχή, σιγόπεφτε και νότιζε το χώμα. Ίσως γι αυτό δεν ήρθαν. Οι σταγόνες κυλούσαν πάνω στα φύλλα αφήνοντας γραμμές που έμοιαζαν με πεντάγραμμο. Από κάπου μακρυά ακουγόταν μια νοσταλγική μελωδία από ένα βιολί. Η μουσική χανόταν στο χώρο και η βροχή συνέχιζε να πέφτει απαλά.

Ήρθαν την μεθεπόμενη. Έβαλαν τα μηχανήματα τους να δουλεύουν, και γρήγορα γρήγορα ολοκλήρωσαν το έργο τους. Τίποτα δεν είχε μείνει πια, ούτε καν η μελωδία εκείνου του βιολιού που έκλαιγε. Τότε με πήγαν σε ένα εργοστάσιο. Μαζί με τους υπόλοιπους βρέθηκα και εγώ στη γραμμή παραγωγής. Οι εργάτες, ταλαιπωρημένοι από την πολύωρη βάρδια τους εκτελούσαν μηχανικά το καθήκον τους. Και κάπως έτσι βρέθηκα μαζί με άλλους να είμαι και εγώ μέρος ενός συνόλου. Ενός συνόλου που θα χρησίμευε πλέον σε κάτι για τους ανθρώπους και όχι απλά ένα άχρηστο δέντρο στη μέση του δάσους. Θα με εμπορεύονταν, θα όριζαν την τιμή μου και θα με πούλαγαν για να βγάλουν ακόμα περισσότερο κέρδος.

Και έτσι άρχισε το πολύχρονο ταξίδι μου. Ήμουν πια ένα φύλλο χαρτιού, όχι φύλλο δέντρου που παλλόταν με τη μουσική. Βρέθηκα σε κούτες, μαζί με άλλα. Βρέθηκα σε καράβια, αυτοκίνητα και αεροπλάνα. Και κάπως έτσι γνώρισα τον κόσμο. Μέχρι να καταλήξω σε μια χώρα μακρινή στοιβαγμένο μαζί με άλλα, στα ράφια ενός καταστήματος.

Στην αρχή ήταν καλά. Οι άνθρωποι έρχονταν και με περιεργάζονταν, με άφηναν και πήγαιναν γι' άλλα. Ο υπάλληλος που εργαζόταν στο κατάστημα που και που με ξεσκόνιζε βρίζοντας πότε τους πελάτες, πότε το αφεντικό του. Και εγώ εκεί, να ασφυκτιώ ανάμεσα στις υπόλοιπες σελίδες του τετραδίου.

Ώσπου μια μέρα, συνέβη αυτό που μου άλλαξε τη ζωή.

Το άρωμα της μύριζε από μακρυά. Τα χέρια της ευαίσθητα και απαλά με χάιδεψαν και η φωνή της -παράξενο, αλλά έμοιαζε με τη μελωδία εκείνου του βιολιού- ακούστηκε να λέει: "Θα το πάρω". Ένας τρόμος με κυρίευσε, τρόμος που καταλάγιασε όταν βρέθηκα στην τσάντα της και αργότερα στο σπίτι της.

Με ακούμπησε επάνω στο γραφείο της, μπροστά από το παράθυρο που έβλεπε στη θάλασσα. Ήταν όμορφα, δε μπορώ να πω. Παρατηρούσα τη μοναχική ζωή της και κάθε τόσο άκουγα μελωδίες που έβαζε στο γραμμόφωνο πίνοντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί. Έτσι περνούσαν οι μέρες, έτσι περνούσαν οι μήνες.

Μα ένα πρωινό με σήκωσε από το γραφείο και με έβαλε πάλι στην τσάντα της. Δεν ήξερα που πηγαίναμε ούτε ήξερα τι θα με κάνει. Ξαφνικά φτάσαμε σε ένα μέρος, σαν παλιό αρχοντικό, μέσα από το οποίο ακουγόταν μουσική. Τότε με έβγαλε από την τσάντα της και άρχισε σιγά - σιγά να σκίζει ένα-ένα τα υπόλοιπα φύλλα που τόσο καιρό πια είχαμε δεθεί μεταξύ μας με φιλικά δεσμά. Παρακαλούσα να μη φτάσει η σειρά μου. Όμως τα παρακάλια μου δεν εισακούστηκαν. Και το χέρι αυτό το ευαίσθητο υπό τους ήχους μιας άλλης αυτή τη φορά μουσικής με έσχισε πέρα ως πέρα μην ακούγοντας τον πόνο και το δάκρυ μου.

Τότε για λίγο αιωρήθηκα στο χώρο, μια ζάλη κυρίευσε το μυαλό μου. Ώσπου λίγο πριν τη μοιραία σύγκρουση με το έδαφος ένα άλλο χέρι, απερίγραπτο γι' αυτό και μαγικό,  με έπιασε με τόση τρυφερότητα όση δεν είχα νιώσει ποτέ μου. Με κοίταξε με τα σκοτεινά της μάτια, που καθρέφτιζαν τα πάντα και το τίποτα μαζί και άρχισε να χορεύει μαζί μου κρατώντας με σαν πολύτιμο φυλαχτό, σαν κομμάτι της ψυχής της. Δεν είχα ξανανιώσει έτσι. Είχα μαγευτεί. Ίσως να ήταν η μουσική, ίσως να ήταν ο χώρος και ο χρόνος ο κατάλληλος, ίσως απλά να ήταν εκείνη. Ο χορός μας συνεχιζόταν μέχρι να φτάσει το δειλινό. Η μουσική συνέχιζε να παίζει και εκείνη δε με άφηνε από τα χέρια της. Με έκανε ό,τι ήθελε, με τσαλάκωνε και με ίσιωνε, με χάιδευε και με πόναγε μα τίποτα δε με ένοιαζε. Είχα πια χαθεί. Είχα χαθεί σε ένα όνειρο που δεν ήθελα να τελειώσει. Μόνο που ποτέ δε με κοίταγε. Λίγο μόνο στην αρχή, όταν με πρωτοπήρε στα χέρια της, με άγγιξε το βλέμμα της. Ύστερα, τίποτα.

Η ώρα πέρασε. Είχε για τα καλά πια πέσει η νύχτα. Η μουσική είχε από ώρα σταματήσει. Βρισκόμασταν πλέον σπίτι της. Σε όλη τη διαδρομή δε με είχε αφήσει λεπτό από τα χέρια της. Μόνο όταν φτάσαμε εκεί με ακούμπησε απαλά πάνω στον καναπέ. Έκατσε δίπλα μου και πήρε στα χέρια της το βιολί που βρισκόταν πιο δίπλα. Η μουσική πλημμύρισε το χώρο. Οι νότες διηγούνταν μια ιστορία, τη δική  της ιστορία. Την ιστορία μιας κοπέλας που πάλευε να βρει σ'αυτόν τον κόσμο τον ίδιο της τον εαυτό. Μα πώς θα μπορούσε να το κάνει αφού η ίδια ήταν αστρόσκονη;

Τότε εντελώς ξαφνικά σταμάτησε να παίζει. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει καθώς γύρισε να με κοιτάξει. Με έπιασε απαλά στα χέρια της και βγήκαμε από το σπίτι στην υγρασία της νύχτας. Προχωρήσαμε για αρκετή ώρα μέχρι που φτάσαμε σε ένα δάσος. Έβγαλε τα παπούτσια της και άρχισε να περπατά στο χώμα αισθανόμενη τη γη στα πέλματα της. Προχώρησε όσο πιο μακρυά γινόταν μέσα στο δάσος ώσπου φτάσαμε δίπλα σε μια λίμνη. Εκεί, κάτω από τα φύλλα ενός αιώνιου δέντρου άρχισε με τα γυμνά της χέρια να σκάβει. Έβγαλε από την τσέπη της κάτι σπόρους και τους τύλιξε με εμένα. Έπειτα, με έβαλε απαλά μέσα στη γη και με σκέπασε με χώμα. Σηκώθηκε και πλησίασε στη λίμνη. Το πρόσωπο της καθρεφτιζόταν μαγικό στο φως του φεγγαριού. Έσκυψε και γέμισε με νερό τις χούφτες της και μεταφέροντας το, το έριξε από πάνω μου. Τώρα πια δεν ήταν βουρκωμένη. Τα μάτια της έλαμπαν από μια απερίγραπτη ευτυχία και ένα χαμόγελο χάραζε το πρόσωπο της. Γονάτισε μπροστά μου και φίλησε το χώμα. Και τότε μου είπε τα μοναδικά της λόγια, τα λόγια που ακόμα και σήμερα που έχω γίνει ολόκληρο δέντρο αντηχούν στ' αυτιά μου.

"Οι άνθρωποι είναι υπέροχοι. Αυτό να το θυμάσαι".

Δευτέρα, 22 Ιανουαρίου 2018

Οργασμός


Ο άνεμος φυσάει. Τα φύλλα θροϊζουν. Καθώς ερωτοτροπούν μεταξύ τους ακούγεται το τραγούδι τους...

Είναι στα όνειρα βροχή
είναι στο νου μέσα πνοή
αυτό που απ'την ψυχή μας βγαίνει
και σ' άλλους τόπους μας πηγαίνει

Είναι στις πόλεις ο ξεπεσμός
είναι των "θέλω" ο μαρασμός
ειν' όσα σκεφτήκαμε
και όσα ονειρευτήκαμε

Μα έρχονται κάποιες στιγμές
τυχαίες και μοναδικές
που βιώνεις τη μαγεία
κι ανακαλύπτεις την ουσία

Και τότε η ρουτίνα μας
-γυαλιστερή βιτρίνα μας-
είναι που σπάει και τα χαλάει
και νέος άνεμος φυσάει

Και βήματα πια μαγικά
με μουσικές, χορευτικά
σε οδηγούν σε νέα αρχή
στου ονείρου μας την απαρχή

Κι είναι τ' άγνωστα που έρχονται
όσα μας διαδέχονται
που πια δεν ξέρουμε που θα οδηγήσουν
και σε ποια γη θα καταλήξουν

Μα όταν ο άνεμος κοπάζει
τότε μας τρώει το μαράζι
γιατί όσα ονειρευτήκαμε
ποτέ μας δε γευτήκαμε

Μα έστω για λίγο κατορθώσαμε
τον οργασμό βιώσαμε
κι έστω για λίγο ζήσαμε
τα όνειρα που σβήσαμε

Ο άνεμος σταμάτησε. Απανεμιά. Τότε ακούστηκε η φωνή του γηραιότερου φύλλου. Μέσα στην ησυχία του ηλιοβασιλέματος οι λέξεις βγήκαν αργά από τα χείλη του:

"Ο οργασμός είναι η θέαση του ονείρου στο σούρουπο χειμωνιάτικης ημέρας"

Όλα τα φύλλα έσκυψαν τότε το κεφάλι ευλαβικά και περίμεναν το νέο άνεμο που κάποτε πάλι θα φυσούσε...

Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Λίγο απ'το παράδοξο πολύ


Τα χείλη σου
αποχωριζόμενα από τα δικά μου
γέννησαν τη σιωπή

Τότε
εύθραυστες οι λέξεις
-χωρίς ήχους-
ακούστηκαν ανάμεσα μας

Και ήταν τότε
που κατανοήσαμε
πως η απόσταση αυτή,
στο στήθος των βαθιών ονείρων μας
ανάμεσα στα αντικριστά μάτια μας,
έμελλε να χαράξει το πεπρωμένο μας

Γιατί είναι πάνω από μένα
όσα μέσα σε μένα
αχνοκατοικούν

Κι είναι πάνω από μένα
όσα τριγύρω μου
με προσπερνούν

Ετσι
ζώντας λίγο απ'το πολύ
απομένει η νοσταλγία
των άδειων αγκαλιών
Και παραμένει στο βάθος των ματιών
ο αντικατοπτρισμός των άλλων
και μια τελευταία αγκαλιά
να υπενθυμίζει την πραγματικότητα
που με ξεπερνά

Πάντα με το πολύ πορεύτηκα,
πάντα με το πολύ...
Και αυτό το πολύ
καμιά πραγματικότητα
δε μπορεί
να μου το στερήσει

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

Ξυράφια


Κοίτα πως άλλαξε πάλι ο καιρός.
Μέσα στην παγωνιά αυτής της νύχτας οι σκέψεις τριγυρνούν, έρχονται, επανέρχονται και ταλαιπωρούν το είναι μου.
Γίνονται ξυράφια που γδέρνουν την ψυχή μου.
Δεν κυλάνε απαλά, επιδερμικά.
Μπαίνουν βαθιά, ξεσχίζουν το μέσα μου.
Διαλύουν τις άμυνες μου.

Ίσως να φταίνε τα όνειρα.
Ίσως να φταίει και ένα όνειρο συγκεκριμένο.
Μα πώς να ορίσεις και το ασυνείδητο;
Πάνω από εκατό χρόνια έχουν περάσει και ακόμα δεν καταφέραμε να ορίζουμε το συνειδητό.
Ας είναι και αυτό.
Κάποια στιγμή θα βρεθεί η λύση.
Όμως οι χαρακιές βρίσκονται πάντα εκεί.
Περίμενα πως με το χρόνο θα επουλωθούν.
Μάταια.
Γιατί τότε έρχονται οι βασιλιάδες και μου υπενθυμίζουν την θέση μου.
Εγώ. Εκεί. Μόνος.

Ακόμα πασχίζω να βρω τη λύση.
Και δεν ήμουν ποτέ καλός στα μαθηματικά.
Είναι ένα πρόβλημα κι αυτό.
Ίσως αν ήμουν καλός να είχα κάτι να επιδείξω.
Αλλά όταν δεν μπορώ στα απλά, πώς να μπορέσω στα δισεπίλυτα;

Σκέψεις σε γωνιές του μυαλού αραχνιασμένες.
Μικρές μορφές υποτιθέμενης διασκέδασης.
Όμως τα λόγια που πόνεσαν πολύ έχουν γίνει πια ξυράφια.
Ξυράφια καλά κρυμμένα πίσω από χαμόγελα, κάτω από βλέμματα , μέσα στο δέρμα.
Μικροσκοπικά κυκλοφορούν μέσα στις φλέβες και γδέρνουν την καρδιά μου.

Ένα μαξιλάρι αφημένο σε μια γωνιά του κρεβατιού, υπενθυμίζει μια αλλοτινή ζωή.
Μικρές εικόνες καδραρισμένες, δείχνουν τα χρόνια της αθωότητας.
Παγωμένα χαμόγελα και στιγμές μιας ζωής που πέρασε.
Πέρασε, μα εχάθη;
Ποιος να το ξέρει, ποιος θα το μάθει;
Εξάλλου αν γνωρίζαμε το μέλλον τι το ενδιαφέρον θα κρυβόταν στις στιγμές;
Κι αν όπως είπε κι ο ποιητής
"τις νύχτες στέρφες απομένουν οι αγκαλιές"
είναι στιγμές που αυτό το κενό το νιώθεις περισσότερο από άλλοτε.

Τα μάτια κλείνουν.
Ένα χαμόγελο.
Ένα άγγιγμα.
Το χάιδεμα του ανέμου πάνω στα μαλλιά της.
Με ποιο δικαίωμα αλήθεια;
Και δυό μάτια.
Ένα βλέμμα.
Και λόγια μέσα στη σιωπή που αντηχούν ακόμα.
Λόγια μέσα στη θάλασσα που ακόμα καίνε σαν αλάτι τις πληγές μου.
Μα δεν ξεχνιέται η αθωότητα.
Δεν ξεχνιέται η ευτυχία που έστω για λίγο βιώθηκε.
Και πώς να ξεχαστεί;
Πως να σβήσει το φεγγάρι από τη νύχτα;
Και αλήθεια πώς
τ' αστέρια θα επιστρέψουν στον ουρανό
όταν ακόμα κατοικούν μέσα μου;

Άπιαστα όνειρα.
Άπιαστα όνειρα που τα έζησα για λίγο.
Και ύστερα με ξύπνησαν απότομα τα λόγια.

Μα είναι στ' αλήθεια τόσο κρύα αυτή η νύχτα; 

Δευτέρα, 4 Δεκεμβρίου 2017

Χρόνος δυνάστης


Είναι η θλίψη, είναι ο πόνος
ένα αερικό
είναι κάτι στις ψυχές μας που καίει
κάτι μαγικό
πώς να ξεχαστούν όλα; πώς να αφεθούν όλα;
και πονούν οι πληγές.
Περνάει ο χρόνος
αδάμαστος χρόνος
και μένεις μόνος...και μένεις μόνος...

Είν' οι πληγές, είν' η ουσία
χάρτης ματωμένος
είναι κάτι που στο μυαλό γυρνάει
νους μπερδεμένος
πώς θα περάσει; πώς θα ξεχάσει;
και γυρνάει η μέρα.
Είναι ο αμείλικτος χρόνος
δυνάστης χρόνος
και μένεις μόνος...και μένεις μόνος...