Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Κεφάλαιο 2: Ο πιγκουίνος


" -Τί οὖν ἄν, ἔφην, εἴη ὁ Ἔρως; θνητός; 
-Δαίμων μέγας, ὦ Σώκρατες· καὶ γὰρ πᾶν τὸ δαιμόνιον μεταξύ ἐστι θεοῦ τε καὶ θνητοῦ"

Πλάτων "Συμπόσιον"

Λένε πως οι πιγκουίνοι είναι "ομάδα θαλάσσιων πτηνών που δεν μπορούν να πετάξουν". Ακόμα λένε πως ζουν τη μισή τους ζωή στη θάλασσα και τη μισή στη στεριά. Τέλος, δε φοβούνται λένε τους ανθρώπους...

Όλα αυτά τα λένε οι σοφοί και οι επιστήμονες. Ποιος όμως ξέρει στ' αλήθεια τι αισθάνεται ένας πιγκουίνος; Αυτό που είναι βέβαιο, είναι η ιδιαιτερότητα αυτού του πτηνού. Πτηνό που δεν μπορεί να πετάξει. Μισή ζωή στη θάλασσα και μισή στη στεριά. Ούτε μαύρο ούτε άσπρο δηλαδή. Ακριβώς όπως το χρώμα του... Τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά.

Αυτό που κάνει τη μεγαλύτερη εντύπωση όμως είναι ότι δείχνουν λέει να μη φοβούνται τους ανθρώπους. Γενναίο πτηνό ο πιγκουίνος λοιπόν. Δεν ξέρει την καταστροφή που έχει προκαλέσει το λάθος αυτό της φύσης που ονομάζεται άνθρωπος. Δεν ξέρει ότι στο διάβα του έχει καταστρέψει οτιδήποτε του στέκεται εμπόδιο στην απληστία του...

Χτες βράδυ έκλεισα τα μάτια μου γι ακόμα μια φορά. Μέσα εκεί που αφήνουμε την πραγματικότητα και περνάμε στο όνειρο βρέθηκα σε ένα κόσμο μαγικό. Ήταν τέτοια η ομορφιά του που δεν μπορεί να περιγραφεί. Θα υποβαθμιζόταν και θα ήταν άδικο. Το μόνο που μπορώ να πω ήταν πως είδα μπροστά μου ένα πιγκουίνο. Με κοίταγε μέσα στα μάτια απορημένος. Τι έκανα εγώ εκεί; Τι δουλειά είχα να εισβάλλω στο βασίλειο του; Μέσα στην παγωμένη ησυχία του κόσμου του ήμουν ένας παρείσακτος. Έμεινα να τον κοιτάω κι εγώ καθώς τα λόγια είχαν σταθεί στο λαιμό μου. Ήθελα να μπορέσω να του μιλήσω, να του εκφράσω το θαυμασμό μου για το είδος του και μαζί να του αναφέρω πως θα πρέπει να φοβάται τους ανθρώπους και τη συμπόνια μου για το γεγονός ότι είναι ένα πτηνό που δεν μπορεί να πετάξει. Μα τότε μου μίλησε εκείνος. Δηλαδή όχι με λόγια ανθρώπινα, αλλά με τα μάτια του. Δεν ξέρω πως αλλά ήταν σαν να βρισκόμαστε σε μια άλλη διάσταση, σαν να έχουμε διαλύσει το χωροχρόνο και να είμαστε μόνο εγώ και εκείνος σε ένα κόσμο μαγικό και ονειρεμένο. Και επειδή στα όνειρα κάνεις ότι θέλεις, έτσι κι εμείς είχαμε ανοίξει ολόκληρη συζήτηση χωρίς να βγάλουμε ούτε μια λέξη, ούτε ένα κρώξιμο από τα χείλη μας.

Έτσι λοιπόν μου είπε. Μου μίλησε για όλη τη ζωή του, για τα παιδικά του χρόνια για το σχολείο που πήγαινε μαζί με άλλα πιγκουινάκια, για τον έρωτα του. Μου είπε για το μεγάλο ταξίδι που έκανε προκειμένου να κάνει παιδί και πως όλοι οι πιγκουίνοι είναι φίλοι μεταξύ τους και πως ναι, δεν φοβούνται τους ανθρώπους. Εγώ, όντας άνθρωπος, στάθηκα στο τελευταίο. Του ανέφερα πως κάνει λάθος και του έδωσα χιλιάδες παραδείγματα για να του αποδείξω το δίκιο μου. Και όμως με αντέκρουσε με μια του λέξη, αφοπλιστική: "Στερεότυπα". 

Επέμεινα, θέλοντας να προστατεύσω το είδος του και την ομορφιά του. Και τότε, με ήρεμο πάντα τρόπο,κοιτώντας με βαθιά στα μάτια άρχισε να μου εξηγεί:

"Αγαπητέ φίλε, δε με ενοχλεί τίποτα από όσα λένε ότι είμαι, πτηνό που δεν πετά, μισή ζωή στη στεριά, μισή στη θάλασσα και όλα τα υπόλοιπα. Και δε με ενοχλεί ξέρεις γιατί; Γιατί εδώ στον παγωμένο κόσμο μου, η καρδιά είναι ζεστή. Και αυτό που την κρατά ζεστή είναι ο έρωτας για τα πάντα. Από το παγωμένο σπίτι μου, μέχρι την ίδια τη ζωή. Χωρίς αυτό το πλεονέκτημα, δεν θα είχαμε επιβιώσει για τόσους αιώνες. Εσείς οι άνθρωποι είναι που θα πρέπει να φοβάστε. Γιατί παρά το γεγονός ότι δεν θα αντέχατε λεπτό στον κόσμο μου χωρίς ειδικό εξοπλισμό και ζείτε σε θερμά μέρη με όλες τις ανέσεις, οι καρδιές σας έχουν ψυχρανθεί τόσο που χάνετε το νόημα και τριγυρνάτε στη ζωή έρμαια της μοίρας και του καιρού, ανέραστοι, χωρίς να εκτιμάτε τα μικρά και όμορφα και χωρίς να ερωτεύεστε τίποτα πια αληθινά. Πνίγεστε στις ενοχές σας, και αυτές είναι που διαλύουν τα "θέλω" σας. Φοβάστε να ερωτευτείτε, να αγαπήσετε, να αισθανθείτε. Έτσι, δεν σας φοβάμαι γιατί ξέρω πως εγώ είμαι ο ευτυχισμένος ενώ εσείς βουλιάζετε στη δυστυχία σας..."

Τα λόγια αυτά του πιγκουίνου, εκφραζόμενα μέσα από τα μάτια του με συντάραξαν. Τότε του ζήτησα αν μπορεί να με πάρει μαζί του. Να με βάλει και εμένα να ζήσω στον κόσμο του και να μπορώ να είμαι και εγώ μέρος της κοινωνίας του. 

Φυσικά αρνήθηκε. Παρ΄όλα αυτά με πήρε μαζί του για να μου δείξει πως ζει μαζί με τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας του και πως ο ένας βοηθάει τον άλλο και είναι όλοι τόσο χαρούμενοι και ευτυχισμένοι που δεν τους ενδιαφέρει τίποτα άλλο.

Δε μπορώ να μιλήσω και να σας πω τι είδα. Ήταν ο βασικός του όρος. Ότι δε θα πω τίποτα σε κανέναν. Και δε θα μπορούσα να τον προδώσω.

Η μόνη διαφορά είναι ότι όταν ξύπνησα ήμουν ερωτευμένος. Ερωτευμένος με τα πάντα γύρω μου, από τα πιο απλά μέχρι τα πιο σημαντικά. Μα πάνω από όλα αισθανόμουν ένα τέτοιο αίσθημα πληρότητας που μια γαλήνη είχε γεμίσει την ψυχή μου και ολόκληρο το είναι μου παλλόταν από μια απίστευτη ευτυχία. Η μόνη μου έγνοια όλη την ημέρα τότε, ήταν να έρθει η νύχτα, να κλείσω πάλι τα μάτια μου και να βρεθώ στον μαγικό κόσμο του πιγκουίνου. Τότε δεν ήξερα, δεν γνώριζα. Ποιος γνωρίζει το μέλλον εξάλλου; Σήμερα όμως ξέρω. Το έμαθα με το σκληρότερο τρόπο.

Και έτσι βρέθηκα στην έρημο... 

Παρασκευή, 20 Οκτωβρίου 2017

Κεφάλαιο 1: Το παράλογο


"Εξυμνώ τον άνθρωπο μπροστά σ' εκείνο που τον συντρίβει και η ελευθέρια μου, η επανάσταση μου και το πάθος μου συγκεντρώνονται τότε σ' αυτή την ένταση, σ' αυτήν τη σκέψη και σ' αυτή την αμέτρητη επανάληψη. Ναι, ο άνθρωπος είναι το ίδιο του το τέλος. Κι αυτό είναι το μοναδικό του τέλος. Αν θέλει να είναι κάτι, είναι σ' αυτήν τη ζωή"

Αλμπέρ Καμύ "Ο μύθος του Σίσυφου"

Ήταν νύχτα μαγεμένη, ονειρική. Τα αστέρια έλαμπαν και είδα ξεκάθαρα ένα να πέφτει και να φωτίζει την πλάση. Ξεκάθαρα. Δροσερό αεράκι φύσαγε παίρνοντας μαζί του και τα όρια του νου. Ποιος γνωρίζει το μέλλον και ποιος ζει στο παρελθόν; 

"Μόνο το τώρα υπάρχει, μόνο το τώρα".

Έτσι μίλησε ο άνεμος μα η φωνή του δεν έφτασε στ' αυτιά μας. Έτσι μιλούσε και ο καιρός μας εμείς δεν ήμασταν έτοιμοι να τον δεχτούμε. Ερχόταν ο χειμώνας και νομίζαμε πως είναι ακόμα καλοκαίρι. Βλέπεις, ξεγελαστήκαμε από την ηλιοφάνεια. Το κρύο όμως φώλιαζε για τα καλά στις ψυχές μας. Και η ελπίδα, αυτή η καταδίκη του ανθρώπου, αυτό το συστατικό της επίπλαστης και εύθραυστης ευτυχίας μας να συνταιριάζει τον καιρό με την ψυχή μας, να καθορίζει τη σκέψη και την ενοχή μας. 

Μιλήσαμε για το εγώ και το εμείς. Μιλήσαμε μα κανείς δεν μας άκουσε. Σαν να ήμασταν η φωνή του ανέμου, σαν να ήμασταν ο καιρός. Κι έτσι μεσ' τον παραλογισμό της φύσης κατέληξαν δύο ξεραμένα φύλλα στην άκρη του πεζοδρομίου μια παραλλαγή των παραλλαγμένων παραλληλογράμμων της παράλληλης παραδοξολογίας  του νου μας. Που να φανταζόταν κανείς ότι τα τείχη που μας περιτριγύριζαν θα ορθώνονταν ξαφνικά ανάμεσα και μπροστά μας; Πώς να συνειδητοποιήσει κανείς τις λευκές επιταγές ονείρων που γίνονταν ξαφνικά μικρά κομμάτια λευκού χαρτιού ίσως άχρηστα για γράψιμο μα πάντα χρήσιμα για κάτι; Ποιος θα ήταν αυτός που θα επέβαλλε τους κανόνες και θα καθόριζε το χώρο και το χρόνο του παιχνιδιού;

Έχω ακούσει πως τα όρια του νου είναι ανυπέρβλητα. Πως μικροί νευρώνες μέσα στον εγκέφαλο μεταφέρουν πληροφορίες που καθορίζουν τα "μη", τα "πρέπει" και τα "θέλω" μας. Διάφορες ουσίες που εκκρίνονται εκρήγνυνται  μέσα στο μυαλό μας δημιουργώντας πληθώρα αντιθετικών παραγόντων που ξαφνικά συγκλίνουν και παίρνουν μορφή, σάρκα και οστά και δημιουργούν μια εικόνα στο μυαλό μας.

Και αυτή η εικόνα εκφράζεται με το λόγο, εκφράζεται με τις λέξεις. Η σκέψη αλλότρια προς εμάς γίνεται τότε δυνάστης που μας ορίζει. Γίνεται ένα εγώ, ένα υπερεγώ, ένας κριτής που βρίσκεται μέσα μας και  δικάζει συνεχώς κάθε λέξη και κάθε πράξη μας. Και το δικαστήριο αυτό είναι αμείλικτο. Είναι το αυστηρότερο δικαστήριο του πλανήτη και οι ποινές που επιβάλλει είναι οι αυστηρότερες που μπορεί να φανταστεί κανείς.

Μα το χειρότερο από όλα είναι η φυλακή. Η φυλακή του νου και της ψυχής. Γιατί βρίσκεται μέσα μας. Και για να ξεφύγεις πρέπει ή να καταφέρεις να πείσεις τον δικαστή για την αθωότητα σου ή να τον ξεγελάσεις παλεύοντας με κύματα θεόρατα στη μέση του ωκεανού, νύχτα, ενώ γύρω σου κολυμπούν αιμοβόροι καρχαρίες έτοιμοι να σε κατασπαράξουν.

Κι όμως ακόμα και αυτό είναι εφικτό. Γιατί αυτή είναι η δύναμη του ανθρώπου.

Άλλους πάλι δεν τους νοιάζει. Αγαπούν τη φυλακή. Τους αρέσει η φυλακή τους γιατί δεν την κατανοούν. Δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι ζουν σε ένα κλουβί. Έτσι με την ομορφιά της συνήθειας, με τη συνήθεια της ρουτίνας, με τη ρουτίνα της καθημερινότητας φωλιάζουν σε όνειρα που τους έχουν επιβάλλει αδυνατώντας να καταλάβουν (ίσως να μη θέλουν, ίσως να μην μπορούν) ότι το παιχνίδι είναι στημένο για να είναι στα μέτρα τους. Και αυτό το ονομάζουν ευτυχία.

Όμως έρχεται μια μέρα, που ακόμα και αυτοί κοιτάζουν πίσω και κατανοούν πως την ζωή που έζησαν, δεν την βίωσαν. Την άφησαν απλά να περάσει. Μα τότε είναι πια αργά...

Υπό αυτή την έννοια, είμαστε τυχεροί. Η τύχη είναι με το μέρος μας. Με εμάς που παλεύουμε κάθε  μέρα με το χάος και όχι με αυτούς που δεν γνωρίζουν καν την ύπαρξη του. Και όσο κι αν τελικά μοιάζει παράλογο μπορούμε να ισχυριστούμε πως είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι.

Γιατί καταφέρνουμε κάθε μέρα , κάθε ώρα, κάθε λεπτό, να "γινόμαστε αυτό που είμαστε"

Και τώρα, ήρθε πάλι μπροστά μου. Ξεπηδά σαν νυχτερινή βροχή που αφήνει τις σταλαγματιές της στο τζάμι του παραθύρου.

Και ξέρω πως θα την απολαύσω πάλι, ξέρω πως θα την απολαμβάνω κάθε φορά και ας γνωρίζω πως τίποτα δεν κρατάει για πάντα, ας γνωρίζω πως η ευτυχία είναι στιγμές και πως όσο παράλογο κι αν είναι τελικά αυτό, κρατάει μοναχά για λίγο...


Φωτογραφία: Henri Cartier-Bresson

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Εισαγωγή στο παράλογο


"Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θέλουν πραγματικά ελευθερία, επειδή η ελευθερία προϋποθέτει ανάληψη ευθύνης, και οι περισσότεροι άνθρωποι τρέμουν την ανάληψη ευθύνης".


"Πού πάει μια σκέψη όταν έχει ξεχαστεί;"

Σίγκμουντ Φρόυντ

Του χρόνου τα καταραμένα δεσμά κρατούν σφιχτά τις κρυμμένες του νου υποστάσεις. Είναι διάφορες αυτές οι υποστάσεις. Ενίοτε και παράλογες. Δε σε αφήνουν όμως να διστάσεις... Λόγοι πολλοί σε μακρινούς αλλοτινούς καιρούς. Και λόγια σκόρπια που στον άνεμο πετούν και ακόμα ψάχνουν έδαφος πρόσφορο να προσγειωθούν και να ακουστούν...

Κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και σε ένα κόσμο κλειστό.* Με ένα χαμόγελο τον κόσμο να φωτίζει. Ποιος αλήθεια ξέρει αν η σκέψη το μυαλό ορίζει; Λάθη ακατέργαστα στης λησμονιάς το πέρασμα. Μα αν κάτι από όλα αυτά αλλάξει τότε δε θα είμαι εγώ. Αν τα όνειρα πετάξουν, αν το πόμολο της πόρτας πάψει να γυρνά, το εγώ μου θα έχει εξαφανιστεί, θα έχει μετατραπεί σε κάτι άλλο κάτι μη εγώ, κάτι ξεφτισμένο. Κι ύστερα ποιος θα με ορίσει; Αφού ούτε εγώ ο ίδιος θα μπορώ να με καταλάβω.

Είπα για λίγο τη μοναξιά μου να αφήσω και τραγούδια ορφικά, διονυσιακά να τραγουδήσω. Μα όσα τραγούδια και αν πω, όσα κι αν γράψω, είναι αλήθεια πως τ' ανείπωτα δε θα μπορέσω να εκφράσω.

Περνάει η ώρα, περνάει και ο καιρός. Και μέσα από τα λάθη καθένας μας μαθαίνει και γίνεται πιο δυνατός. Ίσως οι μικρές στιγμές της ζωής να είναι αυτές που την ευτυχία ορίζουν. Αλήθεια όμως γιατί να είναι μικρές; Γιατί να μην μπορούν να επεκταθούν αορίστως στο χώρο και στο χρόνο; Γιατί να μην μπορούν τα πράγματα να αποτιμηθούν από μια διαφορετική οπτική γωνία, αποκρυσταλλωμένα και ξεκάθαρα; Γιατί τα όρια μας να είναι τόσο στενά;

Και η νοσταλγία, ο πόνος της μνήμης που καίει τα σωθικά μας, πόσες σελίδες χρειάζεται για να περιγραφεί;

Κι έτσι...

Παραμένω κλεισμένος σε ένα δωμάτιο και σ' ένα κόσμο κλειστό...

*Carlo Levi, "Ο Χριστός σταμάτησε στο Έμπολι"
** Φωτογραφία: Brassai

Κυριακή, 15 Οκτωβρίου 2017

Μονόλογος ενός ξεριζωμένου

Φωτισμός χαμηλός. Στο κέντρο της σκηνής βρίσκεται μια παλιά ξύλινη καρέκλα. Ένας προβολέας φωτίζει την καρέκλα. Στη σκηνή εμφανίζεται ένα νεαρό παιδί ντυμένο στα άσπρα. Κάθεται στην καρέκλα...

"Ωραία μέρα απόψε. Η Σμύρνη, η πόλη μου, ο τόπος που γεννήθηκα ζει επιτέλους το όνειρο της. Η ελληνική σημαία κυματίζει στην προκυμαία. Πόσο περήφανος θα ήταν ο παππούς μου αν μπορούσε να με δει, αν μπορούσε να αντικρίσει τα παιδιά του ελληνικού στρατού να παρελαύνουν στο λιμάνι... Τι ευτυχία είναι αυτή που ζω; Μόνο που να! Ανησυχώ για τη Φατιμά. Η αγαπημένη μου, είναι Τουρκάλα και έχει στεναχωρηθεί. Κλαίει και φωνάζει πως «οι άπιστοι θα μας σφάξουν». Θα της περάσει όμως. Όταν την πάρω στην αγκαλιά μου , θα τα ξεχάσει όλα! Όταν της μιλήσω και όταν ακούσω το κελαρυστό γέλιο της και τη φωνή της θα ολοκληρώσω την ευτυχία μου. Εξάλλου δεν πάει πολύς καιρός από τότε που μου είχε πει πως θέλει να με ακούει να μιλάω, γιατί της αρέσει η φωνή μου και ας μην καταλαβαίνει τη γλώσσα μου.Της φτάνει λέει που νιώθει την ψυχή μου μέσα από τα λόγια μου... Περίεργο πλάσμα στ' αλήθεια η Φατιμά μου...

Όμως , τι είναι αυτό που ακούγεται από μακρυά; Σαν να τρέχει ο χρόνος ή σαν να σταμάτησε. Τι είναι αυτές οι οπλές των αλόγων που ακούγονται; Και γιατί να νιώθω αυτό το σφίξιμο στην καρδιά μου; Είναι μέρα χαράς...Είναι μέρα χαράς...."

Τα φώτα σβήνουν. Ο νεαρός φεύγει. Στη θέση του κάθεται τώρα ένας γέρος...

"Που να το ήξερα τότε... Που να ήξερα ότι η χαρά μετατρέπεται μέσα σε μια στιγμή σε πόνο, λύπη, αίμα και δάκρυ. Που να ήξερα πως θα χάσω οτιδήποτε αγαπούσα. Την πόλη μου , τον πατέρα μου, την πατρίδα μου, τη γη μου. Και τη Φατιμά. Όταν τα πλήθη των εξαγριωμένων Τούρκων έκαιγαν την πόλη μου δε μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο παρά να φύγω. Εγώ, η μητέρα μου και οι αδελφές μου. Ο πατέρας μου; Χα! Ποιος να ξέρει σε ποια έρημο της Ασίας θα λιώνουν τώρα τα κόκαλα του. Και έτσι  από μικρός, βαφτίστηκα πρόσφυγας. Αυτή είναι και η διαφορά μου. Πρόσφυγας και όχι μετανάστης. Γιατί δεν την επέλεξα τη φυγή μου. Αναγκάστηκα να φύγω. Και πήγα που; Σε ξένο μέρος, ξένος. Είναι σκληρή η προσφυγιά κι ας το ξεχνάω που και που.  Ογδόντα χρόνια πάνε πλέον που ζω σε αυτόν τον τόπο. Εμένα όμως πατρίδα μου θα είναι πάντα η Σμύρνη... Κι ας μην την ξαναείδα ποτέ από τότε. Γιατί μέσα μου θα είμαι πάντα πρόσφυγας.

Αλήθεια, θες να μάθεις τι συνέβη σήμερα το πρωί;

Βρισκόμουν στο λεωφορείο και μπήκε μέσα μια μάνα με τα δυο παιδιά της. Ήταν λίγο μελαψοί και μου θύμισαν τους ανθρώπους στην πατρίδα μου. Έτσι ήταν και οι άνθρωποι στη Σμύρνη... Κάποια στιγμή η μητέρα ήρθε και έκατσε δίπλα μου κρατώντας το μικρό αγοράκι στην αγκαλιά της. Αυτό το αγοράκι θα 'ταν δε θα 'ταν δέκα χρονών, κοντά στα χρόνια που είχα τότε που...τότε που μας έδιωξαν από τη Σμύρνη. Στα μάτια του διάβαζα τον ίδιο πόνο που ένοιωθα και εγώ τότε. Ήμουν έτοιμος να τους μιλήσω όταν ξαφνικά ο μικρός κάτι είπε στη μητέρα του. Το μόνο που κατάλαβα ήταν η λέξη «Συρία» .Δε λάθεψα, είπα από μέσα μου. Πρόσφυγες και τούτοι...

Την ίδια στιγμή  ένας νεαρός, ο εγγονός του Λευτέρη μπήκε στο λεωφορείο. Με το Λευτέρη ήμασταν γείτονες στη Σμύρνη. Μαζί ζήσαμε την προσφυγιά και τον ξεριζωμό, μαζί και τις δυσκολίες όταν ήρθαμε εδώ και δε μας ήθελε κανείς. Ο μικρός Λευτεράκης, ο εγγονός του, είχε μεγαλώσει και είχε γίνει δυο μέτρα παλικάρι. Δε με αναγνώρισε. Η σκόνη του χρόνου είχε πέσει βαριά πάνω μου φαίνεται. Και τότε της μίλησε.

-"Σήκω πάνω μωρή βρωμιάρα να κάτσει κανένας άνθρωπος. Άντε στο διάολο, έρχεστε στη χώρα μας και τη βρωμίζετε με τα μούλικα σας μαζί. Είχες και στη χώρα σου λεωφορεία;"

Θέλησα να μιλήσω, θέλησα να φωνάξω, θέλησα να ουρλιάξω. Θέλησα να σηκωθώ επάνω  και να του θυμίσω. Να του πω όσα ο πάππους του ίσως να μη του είχε πει, ίσως να ήθελε να τα ξεχάσει. Αντ’ αυτού, γύρισα το κεφάλι μου και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Ποιος είμαι εγώ για να  αλλάξω τον κόσμο; Τι είμαι εγώ; Ένα σκουπίδι, ένα τίποτα, ένας πρόσφυγας....

Τελικά η γυναίκα σηκώθηκε. Στην επόμενη στάση κατέβηκαν όλοι μαζί με τα μάτια τους να κοιτούν το πάτωμα. Δίπλα μου καθόταν πλέον ο Λευτεράκης. Δεν άντεξα. Σηκώθηκα και εγώ και κατέβηκα στην επόμενη στάση.

Το ίδιο βράδυ, στο σπίτι μου αναλογιζόμουν τη σκηνή. Γιατί δεν είχα μιλήσει; Γιατί δεν είχα αντιδράσει; Γιατί δεν του είχα εξηγήσει; Ως πότε θα σωπαίνω πια; Έφτασα τα ενενήντα  και ακόμα πολλές φορές οι λέξεις κολλάνε στο λαιμό μου. Θες ο φόβος; Θες το αίσθημα του ξένου που ακόμα με διακατέχει; Δεν ξέρω τι απ’όλα. Αυτό που ξέρω είναι μονάχα ότι δεν μίλησα. Και αυτό θα με στοιχειώνει μέχρι να κλείσω τα μάτια μου.

Και έτσι πήρα τη μεγάλη απόφαση.

Από εδώ και πέρα θα μιλάω. Όποτε βλέπω το λάθος, όποτε νιώθω το άδικο να με πνίγει θα μιλάω. Από το επόμενο πρωί κιόλας, θα σηκωθώ και θα πάω στο Λευτεράκη να του εξηγήσω δυο τρία πράγματα. Ναι! Αυτό θα κάνω!  Στο κάτω-κάτω τι έχω να χάσω; Τι έχω πια να φοβηθώ; Ίσα-ίσα που αν δεν το κάνω θα χάσω τα πάντα. Γιατί τότε θα έχω εκδιώξει την προσφυγιά μου από την ψυχή μου. Θα έχω σκοτώσει όσα ήμουν και όσα είμαι. Θα έχω δολοφονήσει όσα με κράτησαν ζωντανό όλα αυτά τα χρόνια. Τις θύμησες και τον πόνο μου. Και κυρίως αν δε μιλήσω, θα έχω γίνει εκδιώξει εμένα από τον εαυτό μου. Και δεν θα το αντέξω να γίνω πρόσφυγας ακόμα μια φορά. Όχι πάλι, όχι ξανά. Ποτέ πια!

Γιατί αν δε μιλήσω κι αν δε μιλήσεις πως θ’αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο Φατιμά μου;"

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

La stella del mare

Sono in un sogno. C'è una stella molto bella con i capelli lunghi e lisci. Ma non ha occhi. Ha due piccole conchiglie per occhi. Queste conchiglie guardano me e subito il mio cuore muore per loro...

Ma questa stella ha una bella storia. Tre anni prima si era innamorata di un cavalluccio marino. Tutte le notti la stella vede il cavalluccio marino, ma non puó parlare con lui. Una notte, quando la luna era nascosta dietro le nuvole, il cavalluccio marino guardó la stella e dopo la stella scese nel mare e cominció a parlare con lui. Nessuno sa che cosa si siano detti, ma quando la stella tornó in cielo non aveva più gli occhi. Aveva due conchiglie. Molte persone dicono che quello fosse un regalo. Ma chi conosce la pura verità? L'amore non ha domande, non ha risposte.

Sono in un sogno. E spero, quando mi sveglio, di avere anchio due conchiglie per occhi. Perchè questo è il senso. Perso o vinto, questa è una storia d'amore...

*Μια πρώτη προσπάθεια να γραφτεί κάτι στα Ιταλικά...
Το ελληνικό κείμενο θα ήταν κάπως έτσι:

"Βρίσκομαι σε ένα όνειρο. Υπάρχει ένα αστέρι πολύ όμορφο με μαλλιά μακρυά και ίσια. Αλλά δεν έχει μάτια. Έχει δυο μικρά κοχύλια στη θέση τους. Αυτά τα κοχύλια με κοιτούν και αμέσως η καρδιά μου πεθαίνει γι' αυτά...

Αλλά αυτό το αστέρι κρύβει μια όμορφη ιστορία. Τρία χρόνια πριν ερωτεύτηκε έναν ιππόκαμπο. Κάθε νύχτα κοιτούσε τον ιππόκαμπο αλλά δεν μπορούσε να του μιλήσει. Μια νύχτα όμως, όταν το φεγγάρι κρυβόταν πίσω από τα σύννεφα, ο ιππόκαμπος κοίταξε το αστέρι και αμέσως μετά εκείνο κατέβηκε στη θάλασσα και άρχισε να μιλά με τον ιππόκαμπο. Κανείς δεν γνωρίζει τι είπαν, αλλά όταν το αστέρι επέστρεψε στον ουρανό δεν είχε πια μάτια. Στη θέση τους είχε δύο κοχύλια. Πολλοί άνθρωποι λένε πως αυτό ήταν ένα δώρο. Αλλά ποιος γνωρίζει την πραγματική αλήθεια; Η αγάπη δεν έχει ερωτήσεις, δεν έχει απαντήσεις.

Βρίσκομαι σε ένα όνειρο. Και ελπίζω, όταν ξυπνήσω, να έχω και εγώ δύο κοχύλια για μάτια. Γιατί αυτό είναι και το νόημα. Κερδίζεις ή χάνεις, αυτή είναι μια ιστορία αγάπης..."

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Αμφιβολία

Έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Άλλοτε κερδίζεις κι άλλοτε χάνεις, σημασία έχει όμως να παίξεις.
Τα πάνω κάτω έρχονται ή ακριβέστερα τα κάτω έρχονται πάνω. Κάποια στιγμή θα συμβεί και αυτό. Είναι προδιαγεγραμμένο. Μέσα στο βάθος του χάους των ματιών σου καθρεφτίζονται τα σκόρπια όνειρα μου. Στον κρυμμένο πόνο του γέλιου σου αντικατοπτρίζεται το γιατί που είναι κρεμασμένο στην άκρη των βλεφάρων μου. Κι από κάτω τυχάρπαστες κολακείες που βρήκαν πρόσφορο έδαφος να εκφραστούν.

Έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Ρίξε νερό στο μύλο τους. Ρίξε λάδι στη φωτιά τους. Φούντωσε τα όνειρα τους, φούσκωσε κι άλλο τα αλλοπαρμένα μυαλά τους. Έτσι κι αλλιώς είναι μικροί για να κατανοήσουν. Έτσι κι αλλιώς είναι απαίδευτοι. Μια μέρα δική μου γεμάτη χάος δεν θα την άντεχαν λεπτό. Κι όμως, ακόμα κι έτσι, δεν θα τους την χαρίσω. Οι μέρες τούτες είναι όλες δικές μου. Μια προς μια. Λεπτό με το λεπτό. Δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο.

Μα έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή...

Περαστικοί περνούν κι ακούν τη μουσική τους. Εκλάμψεις μαγευτικές αλλοπρόσαλλων φώτων εκρήγνυνται στο μυαλό μου. Λουλούδια ανθισμένα σιγά σιγά μαραίνονται. Μη μου ζητάτε εξηγήσεις. Είναι τα προφανή και τ' αυτονόητα δικά σας που δεν καταλαβαίνω. Είναι τα προφανή και αυτονόητα δικά μου που δεν κατανοείτε. Μα καλύτερα έτσι. Από την ψηλή κορφή ενός βουνού ο βοσκός μας βλέπει και γελάει. Τυλίγεται με την κάπα του, μας φτύνει και ξαναγυρνάει στα πρόβατα του απορημένος με τις υπάρξεις μας.

Μα έτσι είναι το παιχνίδι που λέγεται ζωή.

Τι κι αν περάσαν τα χρόνια; Μυστηριακά άστρα φωτίζουν τον ουρανό μας. Η ζέστη του απομεσήμερου κάνει την εμφάνιση αποχαυνώνοντας τους πάντες. Χημικές ενώσεις στα κεφάλια μας δημιουργούν παράδοξες εικόνες. Κρεμασμένα στους τοίχους τα πορτρέτα αλλοτινών καιρών και μουσικές με διάφορα είδη παπαγάλων να επαναλαμβάνουν τα λόγια...

Μα είναι έτσι τελικά το παιχνίδι που λέγεται ζωή;

Φωτογραφία: Brassai


Πέμπτη, 14 Σεπτεμβρίου 2017

Κενότητα

Κάθομαι ήσυχος στη γωνιά μου, παρατηρώντας το κενό. Άνθρωποι γύρω μου άδειοι να λάμπουν με την κενότητα τους στους φωτεινούς ουρανούς που είναι ανάξιοι να θαυμάσουν. Ξέρω πως το γκρέμισμα των ειδώλων, η διάλυση κάθε είδους ηθικής, αργεί πολύ ακόμα για να έρθει. Το ποτάμι του ψεύδους και της ματαιοδοξίας καιροφυλακτεί να πλημμυρίσει τα αγνά, αρχέγονα ένστικτα του είδους μας.

Οι μεταφυσικές ελπίδες των καιρών μας στέκουν ακόμα ζωντανές. Ο θεός τους δεν έχει ακόμα πεθάνει. Ζουν απομονωμένα στη ζούγκλα τους νομίζοντας οι ανόητοι πως κατέχουν την απόλυτη, τη μοναδική αλήθεια. Πόσα χρόνια ακόμα τους μένουν να περάσουν μέσα στην πλάνη τους; Πόσες αιωνιότητες ακόμα θέλουν να διαβούν; Πόσα ακόμα ηλιοβασιλέματα θα πάνε χαμένα στο τέρμα των ονείρων τους;

Ζούμε στην κοινωνία που ακόμα δεν έχει αντιληφθεί πως καταρρέει. Δεν έχει κατανοήσει ότι δεν αναπνέει τον αέρα της ελευθερίας αλλά ότι απλά βγάζει τον επιθανάτιο ρόγχο της. Και εμείς ακόμα εδώ, και εμείς ακόμα εκεί.

Στεκόμαστε απλοί παρατηρητές της πλημμύρας που έρχεται. Της επερχόμενης λάβας εκρηγνυόμενου ηφαιστείου που θα απολιθώσει τα κορμιά τους. Μα πώς να μπορέσουν επιτέλους οι μικροί και ασήμαντοι να δουν; Πώς να μπορέσουν να κατανοήσουν; Αφού τα μάτια τους βολεύτηκαν και αυτά μεσ' την βολή τους.

Όλα τριγύρω είναι φαινόμενα μα στην ουσία, στον πυρήνα της ουσίας, βρίσκεται το απόλυτο κενό. Τίποτα δεν είναι. ίσως να μην υπάρχει καν ουσία, ίσως να μην υπάρχει καν πυρήνας. Ίσως να είναι απλά ένα μαθηματικό θεώρημα που περιμένει την απόδειξη και εφαρμογή του. Ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, που κανείς δε γνωρίζει πόσο θα τραβήξει, πόσο ακόμα θα συνεχίσει να απλώνεται στο χωροχρόνο.

Μικρά ετοιμοθάνατα αστέρια που εκλιπαρούν για μια ακόμα ανάσα. Μα ο δρόμος δεν έχει επιστροφή.  Από τη στιγμή που διαλέχτηκε πρέπει να βιωθεί. Μονάχα που να, μέσα στο απόλυτο κενό αχνοχαράζει. Ακούγονται τα πρώτα πουλιά να κελαηδούν. Κι αν μέσα στον παγερό χειμώνα υπάρχει ένα λουλούδι που ανθίζει, αν μέσα στους καιρούς της λήθης ξεπηδούν αναμνήσεις, αν η καθημερινότητα δεν είναι μια ρουτίνα και ακόμα και αν υποπίπτει κανείς στο αμάρτημα της καθόδου στη σαπίλα, δεν συντρέχει λόγος ανησυχίας.

Πάντα έτσι θα γυρνούν τα πράγματα και πάντα έτσι θα κυλάει ο χρόνος. Πάντα θα υπάρχουν λίγοι και πολλοί. Το ζήτημα είναι σε ποια πλευρά είναι κανείς και αν αυτό είναι ή όχι επιλογή του.

Ώρα να φεύγουμε. Η καθημερινότητα μας καλεί. Δυστυχώς ή ευτυχώς πρέπει και αυτή να βιωθεί.

Φωτογραφία: Henri Cartier-Bresson